Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ‘Η ΤΗΣ «ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΤΑΞΗΣ»;

Ι. Η τρέχουσα περίοδος είναι ασφαλώς πάρα πολύ κρίσιμη για την ελληνική κοινωνία, η οποία έχει ήδη οδηγηθεί στην ανεργία, την εξαθλίωση, στην απαξίωση της ίδιας της ανθρώπινης ζωής και μάλιστα με τον πλέον επιθετικό και βίαιο τρόπο. Ταυτόχρονα ωστόσο είναι και ιστορική, καθώς έπειτα από μισό και πλέον αιώνα, η Αριστερά δείχνει και πάλι ικανή να ανατρέψει τους ισχύοντες συσχετισμούς, ευρισκόμενη στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.

Σ’ αυτήν την πιο ρευστή πολιτικά και κοινωνικά περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας, όπου όλα τα ενδεχόμενα –από το να καθηλωθούμε σε μια κοινωνία της ήττας και της φτώχειας μέχρι να αναδειχθούμε σε μια κοινωνία της ελπίδας και της λαϊκής νίκης ως πρόπλασμα μιας ευρωπαϊκής άνοιξης– είναι πλέον ανοιχτά, ο ΣΥΡΙΖΑ φιλοδοξεί να πρωταγωνιστήσει στη δημιουργία ενός κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος που θα ταράξει συθέμελα την υφιστάμενη πολιτική, θα δρομολογήσει την ανατροπή και θα δώσει προοπτική στο λαϊκό αγώνα για έναν άλλο δρόμο κοινωνικής ανάπτυξης.

 

Μπροστά σ’ αυτήν την ανοιχτή ιστορική πρόκληση και εν όψει της πανελλαδικής συνδιάσκεψης, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά κρίσιμο να εξετάσουμε και να αποσαφηνίσουμε τους στόχους και τη στρατηγική μας, αλλά και τους ελλοχεύοντες κινδύνους που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε.

ΙΙ. Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή εκφράζει τον κύριο όγκο του αντιμνημονιακού, αριστερής κατεύθυνσης, κινήματος. Εξελίχθηκε, παρά τις συνεχείς συκοφαντίες και τον διαρκή πόλεμο από την αστική τάξη και τα φερέφωνά της, ο μαζικότερος μεταπολεμικός πόλος της αριστεράς –τουλάχιστον σε επίπεδο εκλογικού σώματος– εκφράζοντας το ριζοσπαστισμό της εποχής και το πλέγμα των αιτημάτων της κοινωνίας.

Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας εφησυχάζει, αλλά ούτε είναι από μόνο του αρκετό. Ο ρόλος του πολιτικού υποκειμένου είναι η συνεχής παρέμβασή του στην κοινωνία και στο λαϊκό κίνημα με στόχο τη ριζική αλλαγή των συσχετισμών. Η συνειδητοποίηση, η πολιτικοποίηση και η πολιτική οργάνωση, σε μια κοινωνία που για δεκαετίες βρισκόταν υπό την κυριαρχία της ιδεολογίας των αστικών δυνάμεων, δεν θα έρθουν αυτόματα. Εξάλλου, μια τέτοια κοινωνία, όσο άσχημες κι αν είναι οι συνθήκες που βιώνει, δεν είναι δεδομένο ότι θα στραφεί προς την αριστερά, ούτε είναι σίγουρο πως θα σταθεί απέναντι στους μηχανισμούς του μαύρου μετώπου, αν δεν είναι προετοιμασμένη από εμάς για όλα τα ενδεχόμενα.

Και τέλος, η απόρριψη των μνημονίων είναι μεν αναγκαία επιλογή, αλλά όχι από μόνη της και ικανή συνθήκη, από την ιδεολογική και πολιτική σκοπιά της Αριστεράς. Εάν η αριστερή αντιμνημονιακή τακτική δεν προσδιορίσει με σαφήνεια ότι επιδιώκει μεν την ανατροπή των μνημονίων αλλά από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε μια κενή δημαγωγία.

Ο στόχος ενός αριστερού κόμματος που θέλει να σέβεται τον εαυτό του και την ίδια την ελληνική κοινωνία,δεν μπορεί να είναι μια διαχειριστικού περιεχομένου διακυβέρνηση, αλλά η λαϊκή κυριαρχία ως ο ουσιαστικός παράγοντας που θα το οδηγήσει στην εξουσία. Η ανάληψη της κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, αλλά το όχημα για την εφαρμογή ενός σχεδίου ανασυγκρότησης της κοινωνίας, το οποίο δεν είναι ασφαλώς ένα απλό πρόγραμμα διαχείρισης –όσο κι αν εκφράζει τυχόν ανάγκες, δυνατότητες ή απαιτήσεις της συγκεκριμένης περιόδου– αλλά πρόγραμμα ανατρεπτικών αλλαγών και ρήξεων, ακόμη κι όταν περιλαμβάνει μια μακρά και αναγκαία φάση ανακοπής του σημερινού μνημονιακού κατήφορου. Ακόμα περισσότερο, είναι ένα πρόγραμμα που επαγγέλλεται τη διάνοιξη του δρόμου για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Εάν ένα κόμμα της αριστεράς επιχειρήσει, για τις ανάγκες της συγκυρίας, να μεταλλάξει –έστω και παροδικά– το χαρακτήρα του, είναι μάλλον βέβαιο ότι θα εγκαταλείψει για μεγάλο και κρίσιμο χρονικό διάστημα τα διαχρονικά του καθήκοντα ως τέτοιου κόμματος, που δεν είναι άλλη από την ωρίμανση των αναγκαίων συνθηκών, τόσο στο πολιτικό πεδίο όσο και στην κοινωνία εν γένει, για την υλοποίηση του στρατηγικού του στόχου. Το φαινομενικά ευκταίο και ορθό για το σχεδιασμό της τακτικής σου, μπορεί ταυτόχρονα να γίνει και καταστροφικό αν πραγματοποιηθεί σε βάρος ή με τίμημα την εγκατάλειψη της στρατηγικής σου στόχευσης.

ΙΙΙ. Η ολόπλευρη, πολυμέτωπη και πολυεπίπεδη επίθεση που δέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πράγματι άνευ προηγουμένου. Το γεγονός αυτό ενίοτε αναγκάζει τα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος να αμύνονται, εκφράζοντας «αναζητήσεις» για άμεσες, ρεαλιστικές και κοινά αποδεκτές (από την κυρίαρχη τάξη και τους δανειστές) «λύσεις», οι οποίες στην ουσία αποτελούν σαφή μετατόπιση του βασικού κορμού του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, (ανατροπή των μνημονίων και ακύρωση των εφαρμοστικών νόμων ακόμη και με μονομερείς ενέργειες, αποκατάσταση μισθών και συντάξεων, κοινωνικοποίηση τραπεζών, δημόσιος έλεγχος των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και αναστολή πληρωμών του υπολοίπου, βαριά φορολόγηση του κεφαλαίου και ριζοσπαστική αναδιανομή του πλούτου…), σε μια τάχα «πιο ρεαλιστική προσαρμογή» του.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και κάποιες μάλλον νεφελώδεις αναφορές στελεχών μας σχετικά με το πολύ πιθανό ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη και το ευρώ – είτε ως επιλογή μας είτε ως απόρροια της καταστροφικής μνημονιακής πολιτικής για την ελληνική κοινωνία που ακολουθείται μέχρι σήμερα– οι οποίες όμως δεν διασαφηνίζουν την ύπαρξη ενός εναλλακτικού σχεδίου Β’ στην περίπτωση που διακοπεί η χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα την καλλιέργεια κλίματος ανασφάλειας και τρομοκράτησης των πολιτών για την επόμενη μέρα με μια κυβέρνηση της Αριστεράς και χωρίς το ευρώ ως εθνικό μας νόμισμα.

Είναι απαραίτητο να γίνει ένας ουσιαστικός διάλογος για τα ζητήματα αυτά που θα αντιμετωπίσουμε πολύ πιο σύντομα από ότι νομίζουμε. Η συγκυρία είναι τέτοια που δεν αφήνει χρονικά περιθώρια. Είναι χρέος μας να βοηθήσουμε το λαό να συνειδητοποιήσει πως η Ε.Ε. δεν μεταρρυθμίζεται, δεν πρόκειται να ακολουθήσει προοδευτικές κατευθύνσεις, εξαιτίας ακριβώς του τρόπου με τον οποίο είναι δομημένη. Η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη, μας κάνει μια μοντέρνα αποικία της Γερμανίας, ορίζοντας ένα πλαίσιο ασφυκτικό, στο οποίο καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει το δικό της πρόγραμμα. Επομένως, για να υλοποιήσουμε τις θέσεις μας, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Για να είναι ωστόσο και νικηφόρα, πρέπει αφενός να διασφαλίσουμε πως έχουμε προετοιμάσει την Ελληνική κοινωνία για τη μεγάλη αυτή αναμέτρηση και αφετέρου να συνδεθούμε πιο ενεργά με τις πολιτικές δυνάμεις και τα κινήματα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, υπολογίζοντας στην αλληλεγγύη τους. Χωρίς τον κόσμο στους δρόμους, να διεκδικεί, να ανεβάζει τον πήχη των ρήξεων και των ανατροπών, καμιά κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα μπορέσει να αντέξει στις πιέσεις του συστήματος.

Την ίδια στιγμή, ευδιάκριτος είναι πλέον ο αριθμός των προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ στελεχών που πλαισιώνουν τις γραμμές μας και τα οποία εκφράζουν το δικό τους πολιτικό «ρεαλισμό», δείχνοντας πως έχουν ως προσανατολισμό την «υπευθυνοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι όπως εκείνοι τον αντιλαμβάνονται.

Οι «Σειρήνες» της αλλοίωσης της ριζοσπαστικής αριστερής φυσιογνωμίας του κόμματός μας ηχούν πλέον έντονες σ’ αυτιά μας.

IV. Συνοψίζοντας, θεωρώ πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει -πράγμα το οποίο εκλαμβάνω ως δεδομένο- να γίνει μια μεγάλη παράταξη της ριζοσπαστικής Αριστεράς και όχι να διολισθήσει σε κάποια «μεγάλη» –αλλά ιδεολογικά και πολιτικά ασαφή και ομιχλώδη– Δημοκρατική Παράταξη, οφείλει να προχωρήσει αταλάντευτα σε μια σειρά από ρήξεις. Όχι μόνο δεν πρέπει να προχωρήσει σε εκπτώσεις ή αναδιπλώσεις μπροστά στην ορατή πιθανότητα να κυβερνήσει, αλλά είναι αναγκαίο να κινηθεί ακόμα πιο ριζοσπαστικά, με κοινωνικούς και ταξικούς όρους. Χρειάζονται βαθιές τομές στην κοινωνία, με ανοιχτό το μέτωπο για την ιδεολογική ηγεμονία και με αγώνα μέσα στα συνδικάτα και στις γειτονιές. Σε αυτό το πλαίσιο η συμπαράταξη όλων των δυνάμεων της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) πρέπει να αποτελεί κεντρικό πολιτικό στόχο κι όχι μια ευκαιριακή καμπάνια. Ο κόσμος της αριστεράς θέλει την ενότητα, τη ριζοσπαστική-ανατρεπτική πολιτική και τη δημοκρατική συγκρότηση. Το λόγο πρέπει να έχουν τα ίδια τα μέλη, μακριά από γραφειοκρατίες κι ενσωματώσεις στο σύστημα.

Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ εισέρχεται σε μια μείζονος σημασίας πολιτική διεργασία μέσα από τις διαδικασίες για την ίδρυση του ενιαίου πολιτικού φορέα. Στη διεργασία αυτή οφείλει να συνδυάσει τους στρατηγικούς στόχους του με ανάλογες πολιτικές επιλογές και καθημερινή τακτική, να επιβεβαιώσει την προσήλωσή του και να διαφυλάξει την προοπτική του ως ένα πρωτότυπο και πολύτιμο εγχείρημα συγκρότησης μιας μαζικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, απορρίπτοντας κάθε πίεση για σοσιαλδημοκρατικοποίηση, κάθε πίεση για μετατόπισή του προς το πολιτικό κέντρο.

www.iskra.gr