Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ‘Η ΤΗΣ «ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΤΑΞΗΣ»;

Ι. Η τρέχουσα περίοδος είναι ασφαλώς πάρα πολύ κρίσιμη για την ελληνική κοινωνία, η οποία έχει ήδη οδηγηθεί στην ανεργία, την εξαθλίωση, στην απαξίωση της ίδιας της ανθρώπινης ζωής και μάλιστα με τον πλέον επιθετικό και βίαιο τρόπο. Ταυτόχρονα ωστόσο είναι και ιστορική, καθώς έπειτα από μισό και πλέον αιώνα, η Αριστερά δείχνει και πάλι ικανή να ανατρέψει τους ισχύοντες συσχετισμούς, ευρισκόμενη στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.

Σ’ αυτήν την πιο ρευστή πολιτικά και κοινωνικά περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας, όπου όλα τα ενδεχόμενα –από το να καθηλωθούμε σε μια κοινωνία της ήττας και της φτώχειας μέχρι να αναδειχθούμε σε μια κοινωνία της ελπίδας και της λαϊκής νίκης ως πρόπλασμα μιας ευρωπαϊκής άνοιξης– είναι πλέον ανοιχτά, ο ΣΥΡΙΖΑ φιλοδοξεί να πρωταγωνιστήσει στη δημιουργία ενός κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος που θα ταράξει συθέμελα την υφιστάμενη πολιτική, θα δρομολογήσει την ανατροπή και θα δώσει προοπτική στο λαϊκό αγώνα για έναν άλλο δρόμο κοινωνικής ανάπτυξης.

 

Μπροστά σ’ αυτήν την ανοιχτή ιστορική πρόκληση και εν όψει της πανελλαδικής συνδιάσκεψης, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά κρίσιμο να εξετάσουμε και να αποσαφηνίσουμε τους στόχους και τη στρατηγική μας, αλλά και τους ελλοχεύοντες κινδύνους που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε.

ΙΙ. Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή εκφράζει τον κύριο όγκο του αντιμνημονιακού, αριστερής κατεύθυνσης, κινήματος. Εξελίχθηκε, παρά τις συνεχείς συκοφαντίες και τον διαρκή πόλεμο από την αστική τάξη και τα φερέφωνά της, ο μαζικότερος μεταπολεμικός πόλος της αριστεράς –τουλάχιστον σε επίπεδο εκλογικού σώματος– εκφράζοντας το ριζοσπαστισμό της εποχής και το πλέγμα των αιτημάτων της κοινωνίας.

Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας εφησυχάζει, αλλά ούτε είναι από μόνο του αρκετό. Ο ρόλος του πολιτικού υποκειμένου είναι η συνεχής παρέμβασή του στην κοινωνία και στο λαϊκό κίνημα με στόχο τη ριζική αλλαγή των συσχετισμών. Η συνειδητοποίηση, η πολιτικοποίηση και η πολιτική οργάνωση, σε μια κοινωνία που για δεκαετίες βρισκόταν υπό την κυριαρχία της ιδεολογίας των αστικών δυνάμεων, δεν θα έρθουν αυτόματα. Εξάλλου, μια τέτοια κοινωνία, όσο άσχημες κι αν είναι οι συνθήκες που βιώνει, δεν είναι δεδομένο ότι θα στραφεί προς την αριστερά, ούτε είναι σίγουρο πως θα σταθεί απέναντι στους μηχανισμούς του μαύρου μετώπου, αν δεν είναι προετοιμασμένη από εμάς για όλα τα ενδεχόμενα.

Και τέλος, η απόρριψη των μνημονίων είναι μεν αναγκαία επιλογή, αλλά όχι από μόνη της και ικανή συνθήκη, από την ιδεολογική και πολιτική σκοπιά της Αριστεράς. Εάν η αριστερή αντιμνημονιακή τακτική δεν προσδιορίσει με σαφήνεια ότι επιδιώκει μεν την ανατροπή των μνημονίων αλλά από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε μια κενή δημαγωγία.

Ο στόχος ενός αριστερού κόμματος που θέλει να σέβεται τον εαυτό του και την ίδια την ελληνική κοινωνία,δεν μπορεί να είναι μια διαχειριστικού περιεχομένου διακυβέρνηση, αλλά η λαϊκή κυριαρχία ως ο ουσιαστικός παράγοντας που θα το οδηγήσει στην εξουσία. Η ανάληψη της κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, αλλά το όχημα για την εφαρμογή ενός σχεδίου ανασυγκρότησης της κοινωνίας, το οποίο δεν είναι ασφαλώς ένα απλό πρόγραμμα διαχείρισης –όσο κι αν εκφράζει τυχόν ανάγκες, δυνατότητες ή απαιτήσεις της συγκεκριμένης περιόδου– αλλά πρόγραμμα ανατρεπτικών αλλαγών και ρήξεων, ακόμη κι όταν περιλαμβάνει μια μακρά και αναγκαία φάση ανακοπής του σημερινού μνημονιακού κατήφορου. Ακόμα περισσότερο, είναι ένα πρόγραμμα που επαγγέλλεται τη διάνοιξη του δρόμου για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Εάν ένα κόμμα της αριστεράς επιχειρήσει, για τις ανάγκες της συγκυρίας, να μεταλλάξει –έστω και παροδικά– το χαρακτήρα του, είναι μάλλον βέβαιο ότι θα εγκαταλείψει για μεγάλο και κρίσιμο χρονικό διάστημα τα διαχρονικά του καθήκοντα ως τέτοιου κόμματος, που δεν είναι άλλη από την ωρίμανση των αναγκαίων συνθηκών, τόσο στο πολιτικό πεδίο όσο και στην κοινωνία εν γένει, για την υλοποίηση του στρατηγικού του στόχου. Το φαινομενικά ευκταίο και ορθό για το σχεδιασμό της τακτικής σου, μπορεί ταυτόχρονα να γίνει και καταστροφικό αν πραγματοποιηθεί σε βάρος ή με τίμημα την εγκατάλειψη της στρατηγικής σου στόχευσης.

ΙΙΙ. Η ολόπλευρη, πολυμέτωπη και πολυεπίπεδη επίθεση που δέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πράγματι άνευ προηγουμένου. Το γεγονός αυτό ενίοτε αναγκάζει τα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος να αμύνονται, εκφράζοντας «αναζητήσεις» για άμεσες, ρεαλιστικές και κοινά αποδεκτές (από την κυρίαρχη τάξη και τους δανειστές) «λύσεις», οι οποίες στην ουσία αποτελούν σαφή μετατόπιση του βασικού κορμού του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, (ανατροπή των μνημονίων και ακύρωση των εφαρμοστικών νόμων ακόμη και με μονομερείς ενέργειες, αποκατάσταση μισθών και συντάξεων, κοινωνικοποίηση τραπεζών, δημόσιος έλεγχος των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και αναστολή πληρωμών του υπολοίπου, βαριά φορολόγηση του κεφαλαίου και ριζοσπαστική αναδιανομή του πλούτου…), σε μια τάχα «πιο ρεαλιστική προσαρμογή» του.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και κάποιες μάλλον νεφελώδεις αναφορές στελεχών μας σχετικά με το πολύ πιθανό ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη και το ευρώ – είτε ως επιλογή μας είτε ως απόρροια της καταστροφικής μνημονιακής πολιτικής για την ελληνική κοινωνία που ακολουθείται μέχρι σήμερα– οι οποίες όμως δεν διασαφηνίζουν την ύπαρξη ενός εναλλακτικού σχεδίου Β’ στην περίπτωση που διακοπεί η χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα την καλλιέργεια κλίματος ανασφάλειας και τρομοκράτησης των πολιτών για την επόμενη μέρα με μια κυβέρνηση της Αριστεράς και χωρίς το ευρώ ως εθνικό μας νόμισμα.

Είναι απαραίτητο να γίνει ένας ουσιαστικός διάλογος για τα ζητήματα αυτά που θα αντιμετωπίσουμε πολύ πιο σύντομα από ότι νομίζουμε. Η συγκυρία είναι τέτοια που δεν αφήνει χρονικά περιθώρια. Είναι χρέος μας να βοηθήσουμε το λαό να συνειδητοποιήσει πως η Ε.Ε. δεν μεταρρυθμίζεται, δεν πρόκειται να ακολουθήσει προοδευτικές κατευθύνσεις, εξαιτίας ακριβώς του τρόπου με τον οποίο είναι δομημένη. Η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη, μας κάνει μια μοντέρνα αποικία της Γερμανίας, ορίζοντας ένα πλαίσιο ασφυκτικό, στο οποίο καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει το δικό της πρόγραμμα. Επομένως, για να υλοποιήσουμε τις θέσεις μας, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Για να είναι ωστόσο και νικηφόρα, πρέπει αφενός να διασφαλίσουμε πως έχουμε προετοιμάσει την Ελληνική κοινωνία για τη μεγάλη αυτή αναμέτρηση και αφετέρου να συνδεθούμε πιο ενεργά με τις πολιτικές δυνάμεις και τα κινήματα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, υπολογίζοντας στην αλληλεγγύη τους. Χωρίς τον κόσμο στους δρόμους, να διεκδικεί, να ανεβάζει τον πήχη των ρήξεων και των ανατροπών, καμιά κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα μπορέσει να αντέξει στις πιέσεις του συστήματος.

Την ίδια στιγμή, ευδιάκριτος είναι πλέον ο αριθμός των προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ στελεχών που πλαισιώνουν τις γραμμές μας και τα οποία εκφράζουν το δικό τους πολιτικό «ρεαλισμό», δείχνοντας πως έχουν ως προσανατολισμό την «υπευθυνοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι όπως εκείνοι τον αντιλαμβάνονται.

Οι «Σειρήνες» της αλλοίωσης της ριζοσπαστικής αριστερής φυσιογνωμίας του κόμματός μας ηχούν πλέον έντονες σ’ αυτιά μας.

IV. Συνοψίζοντας, θεωρώ πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει -πράγμα το οποίο εκλαμβάνω ως δεδομένο- να γίνει μια μεγάλη παράταξη της ριζοσπαστικής Αριστεράς και όχι να διολισθήσει σε κάποια «μεγάλη» –αλλά ιδεολογικά και πολιτικά ασαφή και ομιχλώδη– Δημοκρατική Παράταξη, οφείλει να προχωρήσει αταλάντευτα σε μια σειρά από ρήξεις. Όχι μόνο δεν πρέπει να προχωρήσει σε εκπτώσεις ή αναδιπλώσεις μπροστά στην ορατή πιθανότητα να κυβερνήσει, αλλά είναι αναγκαίο να κινηθεί ακόμα πιο ριζοσπαστικά, με κοινωνικούς και ταξικούς όρους. Χρειάζονται βαθιές τομές στην κοινωνία, με ανοιχτό το μέτωπο για την ιδεολογική ηγεμονία και με αγώνα μέσα στα συνδικάτα και στις γειτονιές. Σε αυτό το πλαίσιο η συμπαράταξη όλων των δυνάμεων της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) πρέπει να αποτελεί κεντρικό πολιτικό στόχο κι όχι μια ευκαιριακή καμπάνια. Ο κόσμος της αριστεράς θέλει την ενότητα, τη ριζοσπαστική-ανατρεπτική πολιτική και τη δημοκρατική συγκρότηση. Το λόγο πρέπει να έχουν τα ίδια τα μέλη, μακριά από γραφειοκρατίες κι ενσωματώσεις στο σύστημα.

Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ εισέρχεται σε μια μείζονος σημασίας πολιτική διεργασία μέσα από τις διαδικασίες για την ίδρυση του ενιαίου πολιτικού φορέα. Στη διεργασία αυτή οφείλει να συνδυάσει τους στρατηγικούς στόχους του με ανάλογες πολιτικές επιλογές και καθημερινή τακτική, να επιβεβαιώσει την προσήλωσή του και να διαφυλάξει την προοπτική του ως ένα πρωτότυπο και πολύτιμο εγχείρημα συγκρότησης μιας μαζικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, απορρίπτοντας κάθε πίεση για σοσιαλδημοκρατικοποίηση, κάθε πίεση για μετατόπισή του προς το πολιτικό κέντρο.

www.iskra.gr

 

 

ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΔΡΑΧΜΗ: ΑΚΡΙΤΗ ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΗ ΄Η ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ;

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ και επιστροφής της στο εθνικό νόμισμα -ένα θέμα “ταμπού” μέχρι πριν 1-2 χρόνια- κυριάρχησε στον εντός των συνόρων δημόσιο πολιτικό διάλογο καθ’ όλη την επώδυνη προεκλογική περίοδο των δύο πρόσφατων εκλογικών αναμετρήσεων. Την ίδια στιγμή, σε διεθνές επίπεδοπολιτικοί από όλα τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης, διαφορετικών μάλιστα πολιτικών αποχρώσεων, μιλούσαν ανοιχτά πλέον για την πιθανή αποχώρηση της χώρας μας από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, ενώ δεν ήταν λίγα τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου που έκαναν λόγο για επεξεργασία εναλλακτικών σχεδίων “εκτάκτου ανάγκης” εκ μέρους των κυβερνήσεων των ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών αλλά και των μεγάλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, σε περίπτωση υλοποίησης ενός τέτοιου σεναρίου, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι όποιοι κραδασμοί.

 

Παρ’ όλο, ωστόσο, που η σχετική συζήτηση το τελευταίο διάστημα έχει “φουντώσει” για τα καλά, οι προπαγανδιστικοί και κυρίως κινδυνολογικοί όροι, με τους οποίους αυτή διεξάγεται στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, κάθε άλλο παρά διαφωτίζουν τον μέσο πολίτη και τον εξοπλίζουν με τα απαραίτητα εφόδια ώστε να εκφράσει απρόσκοπτα και συνειδητά την όποια βούληση και επιλογή του. Όπως η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, εκφραζόταν με το ιδεολόγημα της “πολιτικής της σκληρής δραχμής“, έτσι και η τρέχουσα εξ αποκαλύψεως αλήθεια εκφράζεται με το θέσφατο ότι “η επιστροφή στη δραχμή σημαίνει καταστροφή”.

Ως αποτέλεσμα, κάθε απόπειρα αναφοράς στη λέξη “δραχμή” και στην απλή έστω διερεύνηση περίπτωσης επαναφοράς της, λοιδορείται και χλευάζεται a priori από τους αυτόκλητους “σωτήρες” της πατρίδας και τα πρόθυμα παπαγαλάκια” τους ως απολύτως καταστροφική, καθώς “νομοτελειακά” θα επιφέρει στη χώρα μας ανεξέλεγκτη χρεωκοπία, γενικευμένη φτώχεια, εκρηκτική κοινωνική αναταραχή αλλά και θα την οδηγήσει εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (με όποιους τυχόν εθνικούς κινδύνους αυτό συνεπάγεται), σε α λα Ενβέρ Χότζα αλβανοποίηση, σε πλήρη διεθνή απομόνωση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της άκριτης κινδυνολογίας, αποτελεί η δήλωση του πρωθυπουργού Α. Σαμαρά, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξή στη γερμανική εφημερίδα “Sueddeutsche Zeitung” απεφάνθη απερίφραστα πως η επιστροφή στη δραχμή θα σήμαινε την καταστροφή της χώρας και το τέλος της δημοκρατίας!

Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολύ βολικό -για ορισμένους- εκφοβιστικό επιχείρημα. Είναι όμως και βάσιμο;

Το ευρώ ως κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα επιλέχτηκε για να διευκολύνει τους σκοπούς των μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών της Ευρώπης μέσα σ’ ένα καθεστώς πλήρους απελευθέρωσης των κεφαλαίωνπαγκοσμιοποίησης και απόλυτης κυριαρχίας των αγορών. Με την προσχώρηση στη ζώνη του ευρώ, τα κράτη – μέλη εκχώρησαν πλήρως την εθνική νομισματική και συναλλαγματική τους πολιτική, με συνέπεια να μην μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος για να αποκαθιστούν την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους, ούτε τα μέχρι τώρα εθνικά μέσα νομισματικής πολιτικής για να εφαρμόζουν μια οικονομική πολιτική που να εξυπηρετεί εθνικούς στόχους.

Βέβαια, εάν όλα τα συμμετέχοντα κράτη είχαν το ίδιο -ή έστω παρόμοιο- επίπεδο ανάπτυξης, η διαχείριση μιας τέτοιας νομισματικής ένωσης θα ήταν ενδεχομένως περισσότερο ομαλή. Με δεδομένο ωστόσο ότι κάτι τέτοιο σαφώς δεν ισχύει, μια νομισματική ένωση μεταξύ χωρών με τόσο διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο πως δεν μπορεί να είναι βιώσιμη.

Η πεισματική (και εν μέρει κατανοητή ως προς τη διασφάλιση συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων) άρνηση του διευθυντηρίου της Ε.Ε. να λάβει δραστικές πρωτοβουλίες ώστε να βοηθήσει τα αδύναμα μέλη της περιφέρειας να μειώσουν τα οικονομικά τους μειονεκτήματα σε σχέση με τις χώρες του κέντρου, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία ακόμα μεγαλύτερων ανισοτήτων, κάτι το οποίο εκμεταλλεύονται φυσικά στο έπακρο οι ισχυρές χώρες και οι διεθνείς οικονομικές ελίτ. Αποτελεί κοινή διαπίστωση πλέον πως η είσοδος και συνεχιζόμενη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ την οδήγησε σε αποδιάρθρωση της παραγωγικής της βάσης, φέρνοντάς τη σε δυσμενέστερη θέση στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, σε σύγκριση με την κατάσταση που βρισκόταν πριν την ένταξή της στο ευρώ. Με τη συμμετοχή της στην Ευρωζώνη -μετά την επιβολή της πλήρους αποβιομηχάνισης και την απαξίωση, μέσα από κεντρικούς σχεδιασμούς, του αγροτικού τομέα- η χώρα μας έχει μετατραπεί ουσιαστικά σε προτεκτοράτο που είναι καταδικασμένο να εξαθλιωθεί.

Η πρόσφατη διεθνής οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με τις γνωστές χρόνιες εσωτερικές παθογένειες, έχουν επιδεινώσει στη χώρα μας όλους τους σχετικούς δείκτες. Στην Ελλάδα του 2012 η κρίση έχει πάρει την πιο οξεία και δραματική μορφή, ενώ η “συνταγή σωτηρίας” του Μνημονίου και της τρόικας όχι μόνο δεν επιφέρει καμιά ανακούφιση στη ζωή των λαϊκών στρωμάτων, αλλά συσσωρεύει και πρόσθετα δεινά στον λαό:

Οι συλλογικές συμβάσεις καταργούνται, η μονιμότητα στο Δημόσιο αμφισβητείται, οι μισθοί και οι συντάξεις χάνονται μαζί με τις θέσεις εργασίας, η δημόσια υγεία και παιδεία αλλά και κάθε μορφή κοινωνικού κράτους θυσιάζονται στον βωμό των εσόδων των τοκογλύφων, ενώ ταυτόχρονα γίνεται πλιάτσικο και ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

Αναμφισβήτητα, λόγω του δημοσίου χρέους και του κοινού νομίσματος, οι εργαζόμενοι υποφέρουν χωρίς να υπάρχει προοπτική και φως στο τούνελ. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα καλείται να βγει από την κρίση μη διαθέτοντας τα απαραίτητα εργαλεία οικονομικής πολιτικής για να σταθεροποιήσει την οικονομία της, καθώς η δομή του ευρώ είναι αυτοκρατορική και οι ισχυρές χώρες -κυρίως ηΓερμανία– κυριαρχούν οικονομικάπολιτικά και διπλωματικά. Η εκάστοτε κυβέρνηση είναι αδύνατον, αν δεν απεμπλακεί από αυτόν τον φαύλο κύκλο, να αντιδράσει μπροστά στην καταστροφή, αφού δεν έχει οικονομική κυριαρχία. Δεν γίνεται να διαπραγματευτεί με αυτόν που την ελέγχει και την απειλεί διαρκώς με διακοπή των δόσεων.

“Εάν η Ελλάδα συνεχίσει να έχει αυτόν τον όγκο χρέους και αν συνεχίσει μέσα στην πολιτική του δεύτερου Μνημονίου, είναι καταδικασμένη. Δεν θα υπάρξει ανάπτυξη και θα ενταθεί η ύφεση. Θα περάσουμε σε μία διαδικασία μαρασμού. Αυτή είναι η πραγματικότητα εάν συνεχίσουμε εδώ που είμαστε. Εάν θα φύγουμε από το ευρώ πιστεύω ότι θα ακολουθήσει καταιγίδα, αλλά η παραμονή στο ευρώ είναι αργός θάνατος. Αυτό που έχει μπροστά της η χώρα μας είναι μία σκληρή απόφαση”, υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ο καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο SOAS του Λονδίνου Κώστας Λαπαβίτσας. Και φυσικά δεν είναι ο μόνος…

Είναι θέμα χρόνου η μνημονιακή κυβέρνηση της βίαιης φτωχοποίησης του λαού και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας να αποτελέσει παρελθόν μαζί με τα Μνημόνιά της,καθώς ολοένα και περισσότεροι πολίτες κατανοούν ότι δεν είναι λογικό αυτοί που μας έφεραν στην κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα να περιμένουμε να θεραπεύσουν το πρόβλημα. Το Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο, ο ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί τότε να αναλάβει και να διαχειριστεί μια κατάσταση που, για να αντιμετωπιστεί, χρειάζεται ριζικές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Είναι βέβαιο πως συνέχιση της χρηματοδότησης, σε περίπτωση που μια κυβέρνηση της Αριστεράς ακυρώσει το Μνημόνιο, δεν θα υπάρχει και όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο απλώς εμπαίζει τους πολίτες.

Το πρωτογενές έλλειμμα θα παραμείνειοι τράπεζες θα είναι και με τη βούλα χρεοκοπημένες, ενώ οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις θα χρειαστούν χρόνο και χρήματα που δεν υπάρχουν. Έτσι, εκ των πραγμάτων, η έξοδος από το ευρώ και η εφαρμογή μιας αυτόνομης εθνικής οικονομικής πολιτικής θα είναι μονόδρομος, γι’ αυτό και είναι αναγκαίο ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει έτοιμο ένα εναλλακτικό “σχέδιο”.

Όσο καλύτερα είναι προετοιμασμένη γι’ αυτό το πολύ πιθανό ενδεχόμενο η κυβέρνηση της Αριστεράς, τόσο μικρότερο θα είναι το κόστος για τον λαό. Η έξοδος από την Ευρωζώνη και η επιστροφή στη δραχμή έχει φυσικά τίμημα, αλλά αυτό θα είναι μικρότερο από τη λύση που επιχειρείται τώρα, ανακουφίζοντας τον κόσμο της εργασίας και πλήττοντας τα συμφέροντα των τραπεζών και του κεφαλαίου.

Το ελληνικό καράβι με τη σημαία του ευρώ έπεσε στα βράχια. Το πώς θα το εγκαταλείψουμε χωρίς να πνιγούμε είναι μια δύσκολη υπόθεση, γι’ αυτό το λόγο είναι απαραίτητο η αποχώρηση να γίνει με σχέδιο. Η έξοδος δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, όχι μόνο γιατί η αύξηση της απασχόλησης ενισχύει τα ταμεία και το κοινωνικό κράτος και άρα και τις συντάξεις, και ούτε μόνο γιατί η μείωση της ανεργίας από μόνη της αυξάνει το βιοτικό επίπεδο, αλλά και γιατί τίποτε δεν απαγορεύει και την ουσιαστική αύξηση των μισθών.

Σε αυτήν την περίπτωση έχει σημασία το ποιος κυβερνά και το τι είδους πολιτική εφαρμόζει. Αν η Ελλάδα βγει από την ΟΝΕ με πρωτοβουλία της κυβέρνησης της Αριστεράς και έχοντας σαν σύμμαχο τον λαό, θα αποφευχθεί η επιδείνωση της ύφεσης, θα υπάρξει πραγματική ανάπτυξη και θα ενεργοποιήσει τους εργαζόμενους σε ολόκληρη την Ευρώπη, δίνοντας το έναυσμα για αντίσταση στα σχέδια των διεθνών τοκογλύφων. Η αριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να γίνει απαρχή μεγάλων προοδευτικών εξελίξεων, αν κάνει τις σωστές για τον κόσμο της εργασίας επιλογές. Ας μην ξεχνάμε όμως πως σε περιόδους όπου η οικονομική ύφεση συναντά την πολιτική κρίση, όταν η Αριστερά δεν μπορεί να πείσει, θριαμβεύει ο φασισμός. Αυτό έχουμε δει και παλαιότερα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, αλλά το βλέπουμε και σήμερα.

Συμπερασματικά, η επιβίωση του λαού με βάση τις υπάρχουσες συνθήκες είναι αδύνατη. Η ακολουθούμενη πολιτική δανεισμού με παράλληλη αύξηση των φόρων και συρρίκνωση της οικονομίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε καμία έξοδο από την κρίση χρέους. Είναι αναγκαίο να αναδειχθεί από την Αριστερά ένα διαφορετικό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να εξαθλιωθεί ο λαός σε ανεπανόρθωτο βαθμό και να ευνοηθούν οι δυνάμεις που επιδιώκουν φασιστικές μεθόδους διακυβέρνησης. Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι στις οποίες “μια στιγμή ενσωματώνει 20 χρόνια εξέλιξης”. Θεωρώ ότι τέτοια χαρακτηριστικά έχει η περίοδος που διανύουμε, στην οποία ο ιστορικός και πολιτικός χρόνος είναι εξαιρετικά συμπυκνωμένος. Οι δισταγμοί του χθες σήμερα είναι ανεπίκαιροι και αύριο καταστροφικοί.

ΥΓ.: Όπως προανέφερα, η σχετική συζήτηση περί “ευρώ και δραχμής” το τελευταίο διάστημα έχει “φουντώσει” για τα καλά: σε διεθνές επίπεδο, στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, σε ακαδημαϊκούς κύκλους, εντός των τειχών του ΣΥΡΙΖΑ, παντού. Σ’ αυτόν τον διάλογο ο καθένας μας -και πόσο μάλλον τα στελέχη και μέλη του τελευταίου- οφείλει να διατυπώσει τις όποιες απόψεις του νηφάλια, γόνιμα, δημιουργικά, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και δαιμονολογίες.

Ας μη σπεύδουν λοιπόν κάποιοι σύντροφοι και συντρόφισσες να προσπαθούν να φιμώσουν τον εσωκομματικό διάλογο που έχει ανοίξει, απαξιώνοντας ως “επιπόλαιες και ανιστόρητες προσεγγίσεις” τις φωνές που ακούγονται για επιστροφή στη δραχμή ή κινδυνολογώντας ότι “λογικές εξόδου από το ευρώ είναι προσφορά λεηλασίας του ελληνικού λαού στους δανειστές”, τη στιγμή μάλιστα που επίκειται συνέδριο, όπου φυσικά όλα τα θέματα θα τεθούν ανοιχτά επί τάπητος και θα ληφθούν οι δεσμευτικές αποφάσεις. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν τους τιμά αλλά και δεν συνάδει με τον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τον οποίο ίσως ορισμένοι νεοεισελθέντες δεν έχουν ακόμη γνωρίσει καλά…

www.iskra.gr